αὐτογνώμων

αὐτογνώμων
on one's own judgement
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτογνώμων — αὐτογνώμων, ον (AM) μσν. αυτός που εμμένει στη δική του γνώμη, ο ισχυρογνώμονας αρχ. αυτός που ενεργεί κατά τη δική του κρίση ή βούληση. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο * + γνώμη (πρβλ. αγνώμων, ετερογνώμων, ομογνώμων κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • αὐτογνώμονα — αὐτογνώμων on one s own judgement neut nom/voc/acc pl αὐτογνώμων on one s own judgement masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογνωμόνως — αὐτογνώμων on one s own judgement adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογνώμονας — αὐτογνώμων on one s own judgement masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογνώμονι — αὐτογνώμων on one s own judgement dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογνώμονος — αὐτογνώμων on one s own judgement gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτογνωμία — η [αυτογνώμων] το να έχει κανείς δική του γνώμη για κάτι, ανεξαρτησία γνώμης …   Dictionary of Greek

  • αυτογνωμονώ — αὐτογνωμονῶ ( έω) (Α) [αυτογνώμων] κάνω κάτι σύμφωνα με τη δική μου κρίση …   Dictionary of Greek

  • γνώμονας — Όργανο που χρησιμεύει για τη χάραξη κάθετων ευθειών καθώς και για τον έλεγχο της καθετότητας δύο ευθειών ή δύο επιπέδων. Αποτελείται από δύο κανόνες σε ορθή γωνία. Για το γεωμετρικό σχέδιο ο γ. κατασκευάζεται, γενικά, σε σχήμα ορθογώνιου τριγώνου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.